• Αρχικη
  • ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ
    • 76-82
    • 83-85
    • 85-90
    • 90-92
    • 92-96
    • 96-2000
    • 2000-2002
    • 2002-2007
    • Τελευταιες Δημιουργιες
  • ΣΧΕΔΙΑ
    • 07- 09
    • Πρώιμα σχέδια
  • Βιογραφικο
  • Ποιηματα
  • Video-Δραστηριοτητες
  • Κειμενα-κριτικες
  • Επικοινωνια
  • Blog
 
Home
___________________________________
 

 

 

00000000

Η ΕΚΡΗΞΙΓΗΝΗΣ ΧΡΩΜΑΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΕΚΦΡΑΣΤΟΥ
ή
ΠΡΟΣ ΙΌ ΑΔΥΝΑΤΟ ΥΠΕΡΒΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΥ (σημειώσεις για τα εικοσιπέντε πρόσωπα του Γιώργου Σκυλογιάννη)


Δε μπορώ να υποθέσω ζωγράφο που δε θά θελε, αν μπορούσε, να βλέπε τη Μεγάλη Εκρηξη, τη στιγμή που εκρηγνυόμενο το σημείο ξανάρχιζε την ηρακλήτεια επανάληψη διαστολής του απείρως μικρού προς το απείρως μέγα, για να δει και να δώσει τα άυλα, περιδινούμενα, ανακυκλούμενα, φυγόκεντρα - εναρκτήρια χρώματα, καθώς, συν τω χρόνω, παγιούμενα θα μεταβάλλονται σε πολυεπίπεδες διατάξεις εναλλασσομένων σχημάτων και ένυλων μορφών,
Την αρχή αυτή γενέσεως των χρωμάτων, υποψιάζομαι, ότι κυνηγούσαν, εξαντλώντας το όσο γίνονταν να δουν φως, οι ιμπρεσιονιστές, και το όσο γίνονταν να δουν σκοτάδι οι εξπρεσιονιστές, επαληθεύοντας έργω τον λόγο του Ρίλκε, ότι η ομορφιά είναι η απαρχή του τρομερού. Ως εκεί όμως - στα όρια του φάσματος που αναλογεί, στο είδος μας. Το πριν και μετά τα όρια δεν προσεγγίζεται κι όσοι το προσπάθησαν αποσβολώθηκαν, τρελάθηκαν, διαλύθηκαν στο ανίδωτο που επέμεναν να δουν. Αυτούσιο το τρομερό ταυτίζεται, στη Βίβλο, με το άρρητο που είναι ο τιμωρός Θεός του Ισραήλ: αυταίτιος, αυτάρκης και αυτοτελής εποπτεύει αόρατος τα όρια κεραυνοβολώντας ακαριαία κάθε επί μέρους ον που διεκδικεί θέαση του όλου.
Αν παραμείνουμε στη Βίβλο, και θεωρήσουμε ισχύον το Βιβλικό, ότι, δηλαδή, ο άνθρωπος πλάστηκε κατ'εικόνα και ομοίωση του πλάστη του, τι άλλο, αν όχι η δύναμη να πράττει βλέποντας, έλαχε στον ζωγράφο όταν μοίραζε στον άνθρωπο ο Δημιουργός τις ιδιότητες του, αφού η δύναμη να πράττει λέγοντας έλαχε στον ποιητή, και η δύναμη να πράττει ακούγοντας έλαχε στον μουσικό;
Από τότε, και ως τις αρχές του εικοστού αιώνα, ο ζωγράφος, ο ποιητής και ο μου¬σικός, βλέποντας, λέγοντας και ακούγοντας, προσπαθούν να οργανώσουν το χάος της απειρίας των εντυπώσεων σε μορφή και λόγο και αρμονία κόσμου κατ'εικόνα και ομοίωση του Βιβλικού και των λοιπών καταβολικών μας μύθων, ανάλογα με τον πολιτισμό που του έτυχε ο καθένας.
Όμως ο Βιβλικός και οι λοιποί καταβολικοί μας μύθοι, εκτός της μορφοποιού δυνάμεως οργανώσεως του χάους σε κόσμο, αναφέρονται και στην αντίδρομή της δύναμη αποδιοργανώσεως του κόσμου σε χάος. Την αντίδρομη αυτή δύναμη η Βιβλική παράδοση ονομάζει διάβολο και ταυτίζει με την ροπή εξεργέσως του ανθρώπου κατά του Θεού: το πλάσμα αρνείται να υπακούσει τον πλάστη του, εξεγείρεται και διεκδικεί, ερήμην του, την γνώση του καλού και πονηρού, που διανοίγει τους οφθαλμούς, καθιστά συνειδητή την ύπαρξη, και εκλύει τη δύναμη δημιουργίας κόσμου εξ αρχής.

Ες αιτίας της πρώτης εκείνης αποστασίας ο άνθρωπος έχασε τον παράδεισο της ταυτίσεώς του με τη φύση, διατήρησε, όμως, καταποντισμένη στον πυρήνα του είναι του, μνήμη της παραδείσιας αρμονίας που συνέχει τις επί μέρους μορφές με το καθόλου της Δημιουργίας, και προσπάθησε να τις αναπαραστήσει με φως, λόγο και ήχους, στα όρια, πάντα, του φάσματος του συγκεκριμένου που αντιστοιχεί στο είδος του.
Με την έλευση όμως του εικοστού αιώνα, εξ αιτίας, ενδεχομένως, ενεργοποιήσεως εκ νέου του πνεύματος εναντιώσεως που φύσηξε μέσα του ο διάβολος, μετά την ολοκλήρωση της δημιουργίας, για να αναιρέσει τη Θεία πεποίθηση της έκτης ημέρας, ότι τα πάντα όσα εποίησε, ιδού καλά λίαν, - αποστατεί για δεύτερη φορά εγείροντας την αξίωση να μορφώσει κόσμο όχι δευτερογενώς, κατά μίμηπιν, και εκ των επιμέρους, παραμένοντας στα όρια προσλήψεως του ακατανόητου που του έθεσε ο πλάστης του, αλλά πρωτογενώς, εκ του όλου, και δι υπερβάσεως των ορίων του.
Έκτοτε πασχίζει, αυτοαναιρούμένος, να καταστήσει οικείο το ανοίκειο: να δεί, δηλαδή, πέρα απ'όσα βλέπονται, να πεί πέρα απ'όσα λέγονται και ν' ακούσει πέρα απ'όσα ακούγονται,
Οι ζωγράφοι, οι ποιητές και οι μουσικοί, μη μπορώντας να καταστήσουν οικείο το ανοίκειο προσπαθούν να καταστήσουν ανοίκειο το οικείο.
Την ανοικείωση του οικείου ο Γιώργος Σκυλογιάννης επιχειρεί εντείνοντας ως την ανατροπή τις εσωτερικές δυνάμεις ισορροπίας της φόρμας για να απελευθερωθούν, άλλοτε διαρρέοντα και άλλοτε, εκτινασσόμενα, τα χρώματα,
Η εκρηκτική αποκάλυψη των χρωμάτων, στα εικοσιπέντε αυτά πρόσωπα που δημιούργησε, τόπο εκροής ή εκτινάξεως έχει το κεφάλι.
Ενώ μέχρι το λαιμό το χρώμα συγκροτεί τη φόρμα, από το λαιμό και πάνω την υπονομεύει, εκβιάζοντας, εξελικτικά την αυτονομία του ως την τελική ρήξη.
Το παράδοξο στην διαδικασία αυτή είναι ότι ο ψυχισμός των προσώπων παραμένει ουδέτερος: ενώ δηλαδή θα περίμενε κανείς οι ασκούμενες πιέσεις να καθιστούν τις μορφές αγχώδεις, τα πρόσωπα παραμένουν απλώς διερευνητικά, παρατηρώντας ως θεατές τον θεατή,
Με την ίδια διερευνητική αταραξία θα παρακολουθούσαν, υποθέτω, και οι πρωτόπλαστοι το πλάσιμό τους: η αγωνία είναι πάντα του δημιουργού,
Η αγωνία του Γιώργου Σκυλογιάννη εντοπίζεται διάχυτη στις φασματικές ωσμώσεις των χρωμάτων: επείγεται να φέρει στην επιφάνεια όλα τα χρώματα που διατρέχουν το ανθρώπινο σώμα και ως την έσχατη απόχρωση τους.
Την κορύφωση της εναγώνιας αυτής χρωματοθηρίας αποδίδει έντονα το χαλκοπράσινο πρόσωπο που ο ζωγράφος απώθησε βίαια σε πορφυρίζον - κίτρινο φόντο: κοιτώντας το έχω την εντύπωση ότι το δημιούργησε με γυμνά κι ως τον αγκώνα βυθισμένα τα χέρια, σε υγρή, γαιώδη ύλη, συγκεντρώνοντας, αναμειγνύοντας και ζυμώνοντας το σύνολο των οργανικών και ανόργανων στοιχείων που απαρτίζουν το ανθρώπινο σώμα.
Το πρόσωπο αυτό, όπως το βλέπω, ένω πλάθεται, να με κοιτάει - αρνούμενο να με δει, προσηλωμένο καθώς είναι στη θέαση της πράξεως τελέσεως του, υπήρξε, για μένα, αποκαλυπτικό: ο άνθρωπος διόλου δεν είναι "ένα τομαρίνιο σακί γεμάτο αίμα", όπως κυνικά τον όρισε φίλος γιατρός, πριν πολλά χρόνια, κι όπως με άνεση το έχω επαναλάβει αρκετές φορές, αντικρούοντας ισχυρισμούς περί ψυχής και αθανασίας, Ο άνθρωπος είναι και παραμένει αμήχανο τέχνημα στα τρέμοντα χέρια αμφίθυμου και ανέντιμου δημιουργού: ενόσω θαρρεί ότι του μοιάζει τον ευλογεί και τον ορίζει κύριο του Παραδείσου, Μόλις υποψιαστεί ότι διαφέρει, τον στέλνει στο διάβολο, φορτώνοντας τον κατάρες και ενοχές.

Κώστας Σοφιανός