Ο πλαστικός κόσμος του Γιώργου Σκυλογιάννη ανοίγεται σαν αιωρούμενη αναπνοή φωτός. Το κάθε έργο λειτουργεί σαν προβληματισμός πάνω στο πιο είναι το αντικείμενο της ζωγραφικής. Αν η ζωγραφική ασχολείται με το να αποδώσει αυτό που δεν μπορεί ανεξάρτητα από αυτή να υπάρξει, τότε η ζωγραφική του Γιώργος Σκυλογιάννης έχει διατυπώσει το μήνυμά της. Η έλλειψη τίτλου από τα έργα δηλώνει επίσης την απομάκρυνση της εικαστικής πράξης από το καλούπι του λόγου, τη δημιουργική αυτάρκεια της σύνθεσης πέρα από τη μίμηση ή την αναπαράσταση. Αυτό θα αρκούσε για να την « κατατάξουμε» στην κατηγορία της αφηρημένης, της ανεικονικής ζωγραφικής. Όμως, οι έννοιες της άρνησης και της στέρησης, που αυτοί οι δυο όροι περικλείουν, έρχονται σε αντίθεση με την ουσία του εικαστικού φαινομένου, το οποίο είναι γεγονός προστιθέμενο στο ήδη υπαρκτό σύνολο. Ο Paul Valery, μιλώντας για τα άμορφα σχέδια του Degas (“exercises par l’ iforme”), θεωρεί ότι ο όρος ά-μορφα σημαίνει όχι αυτό το οποίο δεν μας θυμίζει τίποτα το συγκεκριμένο, που δεν μας επιτρέπει να το αντικαταστήσουμε με τίποτα άλλο : « Η άμορφη μορφή δεν αφήνει άλλη ανάμνηση παρά μόνο την ανάμνηση μιας δυνατότητας».