ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ - ΨΑΧΝΕΙ, ΑΝΑΖΗΤΑ.
Στα σκουπίδια, τα εργοτάξια, στις γωνιές των δρόμων, ανακαλύπτει τα ξεχασμένα υλικά. Με τα εγκαταλειμμένα αυτά πλάθει έργο, με αποβαλλόμενο δημιουργεί ομορφιά.
Στη διαδικασία αυτή υπάρχει πρώτα μια περιέργεια. Γιατί εγκαταλείπει κανείς ένα περιτύλιγμα, ένα καφάσι, ένα μισοκαμμένο παλιό δοκάρι; Στα αντικείμενα αυτά υπάρχει μια ιστορία, αυτή της κοινωνίας, του ανθρώπου. Από το τίποτε, ο Σκυλογίαννης συναρμολογεί , συγκροτεί μια αλήθεια, ένα νόημα που μας αγγίζει. Η ποίηση συνιστάται, πιθανώς, από το να δοθεί ζωή στην απουσία.
Με τα ξύλα αυτά, εμβλήματα της ζωής, ο Σκυλογιάννης συνθέτει επίσης γλυπτά. Χρησιμοποιώντας τις ζωντανές δυνάμεις των δέντρων ή των πραγμάτων, τα εμψυχώνει με μια πραγματικότητα που ανήκει μόνο σε αυτόν. Το δέντρο γίνεται η αναλογική και φανερή φωνή του ανθρώπου που τείνει προς το ιερό. Ποιο είναι; Κανείς δεν ξέρει, ίσως. Αλλά με ποια ήρεμη πραγματικότητα μεταβάλλονται τα άγχη μας. Η αναζήτηση χαρακτηρίζει τον άνθρωπο και ο καλλιτέχνης πρέπει να μπορεί να μας δείξει ότι η απάντηση είναι μέσα μας. Μέσα στον εαυτό μας.
Τα τελάρα του Σκυλογιάννη είναι ότι πλέον ολοκληρωμένο στο έργο του. Η παρουσία του φυτικού κόσμου είναι φανερή, αλλά μάλλον ως υπαινιγμός. Η αρμονική δυναμική νευρώνει τους πίνακές του. Οι δυνάμεις εμπλέκονται σε δεσμούς, όπου όλα διαχέονται, τους οποίους διασχίζει μια έντονη λάμψη που καθοδηγεί στο δρόμο προς μια μεταμόρφωση.
Υπάρχουν επίσης τα υποστρώματα; τόσο λιτά και απαλά, προδίδουν το καταφανές που σίγουρα καταξιώνει. Πώς τολμά κανείς τέτοιες ροδόχρωμες αποχρώσεις; Ο Σκυλογιάννης αναδημιουργεί το αποδοκιμασμένο. Γιατί θα έπρεπε να θεωρηθεί η ανάμειξη της αγνότητας και του αίματος ωχριά; Δεν θα μπορούσε να αποδοθεί σαν το ενδιάμεσο χρώμα που δεν πρέπει να το στερηθεί κανείς;
Από Το τίποτε που μάζεψε στους δρόμους ως τα χρώματα που μάζεψε στη καρδιά, ο Σκυλογιάννης μας αποκαλύπτει μια ποίηση ριζομένη ταυτόχρονα στο έκπληκτο βλέμμα και στο χέρι που πλάθει ψηλαφιστά. Ας διαφυλάξουμε την απλότητα αυτή που είναι και αναγέννηση.